Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Κινούμαστε ελαφρά


Δειλιάζει το δειλινό
και δεν πλησιάζει
ο ήλιος έδυσε και στάζει
μαβί το χρώμα στον ορίζοντα

Ανάβει το φως
στο πέρα το καράβι
και φεύγει μήπως και προλάβει
προτού ξεσπάσουν τ'αστραπόβροντα

Αγγίξαμε πυθμένες
Περάσαν μέρες
Ζωές χαμένες
Τα χρόνια σφαίρες...

Χαράζει
Κι αυτή η αχλή μ'ανατριχιάζει
Που τώρα πλέον δεν μας νοιάζει
το τι θα γίνει με τα μέλλοντα

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Πουλιά αποδημητικά

Όλοι όσοι αγάπησα
Πουλιά αποδημητικά
Που έφυγαν
     φεύγουν
          ή θα φύγουν

Κι εγώ ακόμα να διστάζω
το ταξίδι

Τι με κρατάει ακόμα εδώ;
Πουλιά αποδημητικά
Που ήλπιζα
     ελπίζω
          και θα ελπίζω
Να γυρνούσαν
     να γυρνούν
          ή να γυρίσουν

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Κρίμα

Κρίμα
Γιατί μάλλον δεν θα σε ξαναδώ άλλο
Το είπαμε κι εμείς το τελευταίο μας αντίο
Σε μια στάση λεωφορείου
Όπως στ' "Απομεινάρια μιας Μέρας"
Άνθρωποι που δεν μιλήσαν ποτέ για το κρυφό τους πάθος

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Δολοφόνος

Γωνιές που'δαν τα ίδια και τα ίδια,
εκεί που ξαναρχίζει η ζωή
κι αλλάζουνε στο αίμα τη ροή.
Καθώς στο σπίτι τρίζουν τα σανίδια
στο πάτωμα σέρνονται δύο φίδια
κι ο ήχος τους γίνεται οχλοβοή.

Ξύπνησε την αυγή ο δολοφόνος
και κοίταξε τα ματωμένα του χέρια.
Στον τοίχο καρφωμένα δυο μαχαίρια.
Κοίταξε στον καθρέφτη κι ήταν μόνος,
ούρλιαξε και ακούστηκε ο πόνος,
τρόμαξαν δύο γκρίζα περιστέρια.

Βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να τρέχει.
Ήθελε να ξεφύγει απ'όλα αυτά.
Ήτανε όμως πια πολύ αργά.
Τώρα τους ήχους πια δεν τους αντέχει,
μες στο μυαλό του μόνο μία σκέψη έχει
πώς να γλυτώσει όλο πιο μακρυά.

Γύρω του πλήθος που δεν τον γνωρίζει,
φάτσες που αλλοιωθήκαν τραγικά,
νιώθει να τον κοιτούν ειρωνικά
ή τουλάχιστον έτσι αυτός νομίζει.
Μια τύψη στο κεφάλι του γυρίζει,
άξιζε να σκοτώσει τελικά;

Χίλιες δυο κόκκινες ξερές σταγόνες
να στάζουν από μια ανάμνηση νεκρή.
Η ζωή τώρα του φαίνεται πικρή.
Δε θα του λείψουν άλλο οι χειμώνες,
όσο θα βλέπει εκείνες τις εικόνες
μες στ'όνειρό του κάποια βραδιά μικρή.

Κόκκινα τριαντάφυλλα νεκρά στο χώμα
κάποιας προκατάληψης στολίδια
χάνονται στα ίδια και τα ίδια.
Λίγο πιο κει δε σάπισε ακόμα
το λυτρωμένο από τους πόνους πτώμα
που'χει πετάξει κάποιος στα σκουπίδια.

Μικρέ, ανόητε, ηλίθιε, βλάκα.
Δεν έμαθες για ποιο όνειρο σκοτώνεις.
Κι ύστερα μοναχός το μετανιώνεις.
Πιάστηκες σαν τον ποντικό στη φάκα,
μα όταν του τάφου του βάλουν την πλάκα
θα'ναι εποχή το λάθος να πληρώνεις.

γραμμένο στις 21.10.1995

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Γεννήθηκα για ν' αναπνέω

Γεννήθηκα για ν' αναπνέω
Αναπνέω για να ξαναγεννιέμαι
Όλες οι εικόνες που έχεις στο μυαλό σου
Δεν είναι παρά νύμφες που...
― απλώσανε τις λέξεις... απλώσανε τις λέξεις σαν ρούχα για να στεγνώσουν!
― και θα περιμένω υπομονετικά...

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Παλέτα IV

Διάδρομοι στενοί απλώνονταν πίσω απ' τη βαριά σιδερένια πόρτα. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Το χαρτονένιο κλειδί δεν έσπασε· μοναχά τσαλακώθηκε. Το πλήκτρο κατρακύλησε μέσα στη χαραμάδα. Η βαριά σιδερένια πόρτα έτριξε. Το χέρι που έσφιγγε το χαρτονένιο κλειδί μούδιασε. Τα βλέφαρα ανοίξαν τόσο αργά που κάναν θόρυβο· έναν θόρυβο σαν τρίξιμο, ένα τρίξιμο σαν αναστεναγμός. Ένας αναστεναγμός βαρύς και σιδερένιος που αντήχησε στον χαρτονένιο διάδρομο. Το τσαλακωμένο χέρι ίσα που χώρεσε μέσα στη στενή χαραμάδα. Μια χαραμάδα που μύριζε χαμομήλι. Μια μυρωδιά που σπάει τη μουδιασμένη μύτη. Τόσο αργά, που δεν κάνει θόρυβο. Σαν ένα πλήκτρο που κατρακυλάει μέσα σε χαραμάδα.

Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Σημάδια

στις άκρες των δακτύλων οι
ημέρες αποτυπωμένες
ματώσαν κι αν
ακόμα δεν έπαψε ο αγέρας, πλησιάζει το
δειλινό κι
ίσως
αποφύγουμε ξανά τα σημάδια
...Και έκανε κρύο ξανά...
Ολούθε τριγυρνούσαν μικρά ξωτικά
που όλο και κάναν ζημιές.
Και μύριζαν τα δάκρυα μιας σκόνης