Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Παλέτα IV

Διάδρομοι στενοί απλώνονταν πίσω απ' τη βαριά σιδερένια πόρτα. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης. Το χαρτονένιο κλειδί δεν έσπασε· μοναχά τσαλακώθηκε. Το πλήκτρο κατρακύλησε μέσα στη χαραμάδα. Η βαριά σιδερένια πόρτα έτριξε. Το χέρι που έσφιγγε το χαρτονένιο κλειδί μούδιασε. Τα βλέφαρα ανοίξαν τόσο αργά που κάναν θόρυβο· έναν θόρυβο σαν τρίξιμο, ένα τρίξιμο σαν αναστεναγμός. Ένας αναστεναγμός βαρύς και σιδερένιος που αντήχησε στον χαρτονένιο διάδρομο. Το τσαλακωμένο χέρι ίσα που χώρεσε μέσα στη στενή χαραμάδα. Μια χαραμάδα που μύριζε χαμομήλι. Μια μυρωδιά που σπάει τη μουδιασμένη μύτη. Τόσο αργά, που δεν κάνει θόρυβο. Σαν ένα πλήκτρο που κατρακυλάει μέσα σε χαραμάδα.
...Και έκανε κρύο ξανά...
Ολούθε τριγυρνούσαν μικρά ξωτικά
που όλο και κάναν ζημιές.
Και μύριζαν τα δάκρυα μιας σκόνης